Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

ΑΚΑΙΡΙΑ


ΑΚΑΙΡΙΑ
Ἀπερήμωση.
Κανεὶς δὲν εἶν᾿ ἐδῶ, οὔτε δῶ, οὔτε κεῖ κάτω;
Κανείς;
κι αὐτὲς οἱ πολυώροφες ἀνθρώπινες σχέσεις
ποιὸς θὰ τὶς κατοικήσει;
Φύγατε ὅλοι, ὅλα; Ἢ ποτὲ δὲ σᾶς εἶχα;
ἀνεπιβεβαίωτα μένουν τὰ δυὸ κυπαρίσσια
στὴν εἴσοδο τῆς καλησπέρας ποὺ ἔλεγες.
Ἔλεγες ἢ ζωγράφιζα φθόγγους καὶ στόματα
στῶν βραδινῶν ὡρῶν τὶς ξώπορτες;
Ποιὲς βραδινὲς ὧρες; Ἔρχονταν; Διθέσιες;
Ἀκαιρία.
Ἠρεμοῦν ἐρημώνοντας ὅλα.
Δὲν κράτησε ἡ διάρκεια τὸ λόγο της,
πέφτουν τῶν παρατάσεων τὰ φύλλα
ἀπὸ τεράστιους κορμοὺς καιρῶν κομμένων
-ὑλοτόμε.
Ἀκαιρία.
Οἱ θάλασσες κουλουριαστήκανε στὰ κάδρα.
Κίτρινο ἀφροδίσιο,
πυώδεις κάμποι ξένου.
Ξένο φθινόπωρο βιάζει
ἐκτάσεις ἱερόδουλες.
Πέφτει μία ξένη βροχὴ
ἀπὸ μία ξένη τάση
καὶ ἡ τάση γιὰ ζωὴ πέφτει.
Ξένα αὐτὰ ἢ τά ῾χω ξαναφοβηθεῖ;
Ἀστράφτει σ' ἕνα ἀπόμακρο φυλάκιο τοῦ οὐρανοῦ,
καίγονται οἱ ἀσφάλειες τοῦ Θεοῦ,
βραχυκυκλώνεται τὸ σῶσον.
τρομάζει μία μικρὴ λιποψυχία στὸ παράθυρο
ἀφήνει ἀργὰ τὸ κουρτινάκι της νὰ πέσει.
Ἀπερήμωση.
Κι αὐτὲς τὶς πολυώροφες ἀνθρώπινες σχέσεις
ποιὸς τὶς γκρέμισε;
κι ἐγὼ πῶς μένω ἐδῶ,
ποῦ μὲ ὁδηγοῦν κλεισμένη
αὐτὲς οἱ ξένες ἀνεξήγητες συνέχειες;
Ξένες ἀνεξήγητες συνέχειες
ἀκίνητες, ἀπὸ παντοῦ κλειστές,
νὰ μὴν μπορεῖς νὰ βγεῖς
κι ἀλλιῶς νὰ συνεχίσεις,
καὶ δὲν μπορῶ νὰ βγῶ
κι ἀκόμα μέσα εἶμαι
μέσα σε αὐτὸ τὸ ξένο μέσα συνεχίζομαι
ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ γράφω
αὐτὸ τὸ δικό μου
τὸ μόνο δικό μου
δικό μου ποίημα
κατάδικό μου.
Κατάδικο ποίημα.

Κικὴ Δημουλᾶ - Τὸ Τελευταῖο Σῶμα μου
Ποιητικὴ Συλλογή, ἐκδόσεις Κείμενα 1981, Β´ ἔκδ. Στιγμή, 1989

Δεν υπάρχουν σχόλια: