Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Συμμετοχή στους 100.000 ποιητές, Βόλος- 2013

Λοιπόν, περπατούσαμε στην Ιάσονος με τη φίλη μου τη Σούμπα, όταν είδαμε μια κυρία να παραπαίει, την αρπάξαμε για να μην πέσει, τις δώσαμε τις πρώτες βοήθειες, την βάλαμε να καθήσει, της είπαμε και δυο λόγια παρηγοριάς, και βοηθήσαμε τη συνοδό της να την επιβιβάσει σε ένα ταξί, και να την πάει στο σπίτι της (η συνοδός δεν είχε προλάβει να αντιδράσει, εμείς ήμασταν πιο γρηγορες).
 Τεσπά, μάθαμε μετά οτι η κυρία μόλις είχε χάσει τον άνδρα της και περνούσε τις πρώτες μέρες του πένθους, οπότε και εξηγούνταν η ζαλάδα, η στεναχώρια και τα μαύρα κι άραχλα που φορούσε με 23 βαθμούς, μέρα μεσημέρι και ντάλα ήλιο...
Αφού ηρεμήσαμε με τη φίλη μου και κάποια στιγμή γυρίσαμε στα σπίτια μας, εμπνεύστηκα από το συμβάν και έγραψα το παρακάτω, το οποίο ήταν και η συμμετοχή μου στις εκδηλώσεις των 100.000 ποιητών, στο Βόλο:

Ασφυξία

Μια ζωή μαζί
Και μετά ξαφνικά το κενό
Κι αφού πέρασαν όλοι οι τεθλιμμένοι συγγενείς και φίλοι
Κι έμειναν μόνο τα παιδιά παρέα –για λίγο-
Σε ένα άδειο σπίτι,
Όπου όλα του τα ρούχα είναι ακόμα μέσα στη ντουλάπα
Η πολυθρόνα με το σκαμνί και το ασορτί μαξιλαράκι για τα πόδια,
κι οι παντόφλες κάτω απ’ το κρεβάτι στην πλευρά του.
Δίπλα στο νεροχύτη η κούπα του, πλυμμένη,
μαζεύει τη σκόνη των πρώτων άδειων ημερών της
Σα να΄ναι αφημένη επίτηδες, έτοιμη προς χρήση
Να θυμίζει πώς πίνει τον καφέ του
«ζάχαρη» στη μύτη, σπασμένο το καϊμάκι
-είχε λίγους μήνες που είχε αρχίσει να ξεχνάει
το μπρίκι στη φωτιά,
χυνόταν ο μισός καφές-…
Γκρίνιαζαν παρέα, για την αφηρημάδα του
Υποσχόταν ότι την επόμενη φορά θα πρόσεχε
Μέχρι που ήρθε η μέρα
Που αυτό το μπρίκι έψησε πολλούς άλλους καφέδες άλλων
Μα όχι τον δικό του,
Κι άδειασε το σπίτι,
άδειασε ο κόσμος
κι αυτή η κοινή ζωή ακόμα,
ακυρώθηκε από την απώλεια…
Κανείς δεν ξέρει,
πώς συνεχίζει η γη και γυρνά στον άξονά της,
τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολειό τους,
οι άνθρωποι συνεχίζουν τις δουλειές τους,
γελάνε, ονειρεύονται, ελπίζουν,
περπατούν στους δρόμους
στέκονται στις στάσεις των λεωφορείων
και το δικό του χέρι λείπει,
να κρατήσει το δικό της μες το πλήθος,
να προχωρήσουνε μαζί όπως πρώτα.

Πόνος, ζάλη, ασφυξία…

Δεν υπάρχουν σχόλια: