Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Η μέγαιρα (3ο μέρος- τελευταίο)


(συνέχεια από το προηγούμενο)

Την πλησίασα, αλλά εκείνη ήταν απόμακρη, κλεισμένη στον εαυτό της…Δεν μιλούσε, αλλά κρατούσε τα στενά χείλια της σφιγμένα, και τα μικρά της μάτια είχαν στενέψει κι αυτά, κι αμέσως μου εντυπώθηκε η ιδέα ότι αυτό το άτομο δεν αγαπούσε κανέναν, εκτός ίσως από τον εαυτό της –αυτό αποδείχτηκε το μοναδικό της αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό, στα χρόνια που ακολούθησαν!
-Χθες τη νύχτα, ένα κοριτσάκι του θαλάμου ήθελε να πάει στην τουαλέτα, αλλά εσύ κοιμόσουν, της είπα… Πήρα όμως το κλειδί και πήγαμε μαζί…
-Λοιπόν; με ρώτησε αδιάφορα, με την ξερή και δυσάρεστη, ένρινη φωνή της.
-Τίποτα, αυτό μόνο, της είπα κι εγώ, και έφυγα από το θάλαμο.
Στην τραπεζαρία, είχαν μείνει ελάχιστα παιδιά, ακόμα και η αδελφή μου είχε τελειώσει το φαγητό της και είχε φύγει, προφανώς θα επέστρεφε στο θάλαμο, ή θα πήγαινε να παίξει λίγο ακόμα, πριν ετοιμαστεί για τον ύπνο. Πήρα τον μεταλλικό δίσκο για να βάλω το βραδινό μου, και αφού το σερβίρησε η μαγείρισσα, το πήρα και κάθισα μόνη μου στο μακρύ τραπέζι, στη θέση στον πάγκο κάτω ακριβώς από τη φωλιά των σπουργιτιών, και όση ώρα έτρωγα, τα άκουγα να τιτιβίζουν στο βάθος της φωλιάς τους, ανάμεσα στα κεραμίδια του στέγαστρου της τραπεζαρίας.
-Είναι μέγαιρα, ξεφτύλισε την Μαρία επειδή την ζήλεψε που τα είχε με τον Γιάννη, άκουσα να λέει μια γνωστή φωνή, 2 τραπέζια πίσω από το δικό μου…
Γύρισα και κοίταξα, ήταν η Φωτεινή που τα έλεγε στον Θοδωρή, και ήταν και άλλοι 2-3 ομαδάρχες εκεί, και ο αρχηγός…
-Η Μαρία προσπάθησε να κόψει τις φλέβες της, επειδή αυτή η μέγαιρα την είπε εξώλης και προώλης που φιλιέται μπροστά στα παιδιά…Ποτέ δεν φίλησε τον Γιάννη μπροστά στα παιδιά η Μαρία! Από το μυαλό της τα έβγαλε όλα τα ψέματα αυτά!
Πρώτη φορά άκουγα αυτές τις λέξεις, δεν είχα ιδέα τι σήμαιναν, θεώρησα όμως ότι ήταν κάτι κακό, η Φωτεινή σχεδόν φώναζε θυμωμένη.
-Είναι ζηλιάρα και κακιά, δεν θέλει το καλό κανενός, μόνον ο εαυτός της τη νοιάζει! Η Μαρία έφυγε και φταίει η Γεωργία, όλα τα παιδιά αγαπούσαν την Μαρία, ενώ αυτή δεν την αγαπάει κανείς! Δεν ενδιαφέρεται για τα παιδιά και την κατασκήνωση, δεν την ενδιαφέρουν οι άλλοι….
-Έφυγε η Μαρία η ομαδάρχισσα του 2ου θαλάμου, κι ο Γιάννης έφυγε κι εκείνος; τους ρώτησα κι εγώ, από το σημείο που καθόμουνα.
Η παρέα σάστισε, και η Φωτεινή δαγκώθηκε
-Έφυγαν αλλά θα ξαναγυρίσουν, είπε ο Θοδωρής και μετά, όλοι όσοι ήταν στην παρέα, έσκυψαν χαμηλά και ψιθύριζαν μεταξύ τους, για να μην ακουστούν…Μετά από λίγο, κάποιος έριξε την ιδέα να μεταφέρουν την συζήτηση στο αρχηγείο, και όλοι σηκώθηκαν κι έφυγαν προς τα ‘κει, και τότε σηκώθηκα κι εγώ…
Γύρισα στο θάλαμο, και ετοιμάστηκα για τον ύπνο…Τρέξαμε με τα υπόλοιπα παιδιά να πλύνουμε τα δόντια μας και να χρησιμοποιήσουμε τις τουαλέτες πριν ακουστεί το σιωπητήριο για τελευταία φορά, και κλείσουν τα φώτα…Την Γεωργία την είδα καθισμένη οκλαδόν στο κρεβάτι της, ντυμένη με τη γνωστή ατσούτβαλη παντελόνα της και τα σκονισμένα σανδάλια της, να μασουλάει γκοφρέτες που είχε αγοράσει από το κυλικείο, προφανώς το κλίμα ανάμεσα στους υπευθύνους της κατασκήνωσης ήταν πολύ ψυχρό, και δεν ήθελε να συγχρωτίζεται με τους άλλους…Ήμουν θυμωμένη για την συμπεριφορά της προς την αγαπημένη μου ομαδάρχισσά, τη Μαρία, και για να μην πω τίποτα και αναστατώσω τα υπόλοιπα παιδιά του θαλάμου, την αγνόησα κι εγώ και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Τα φώτα έσβησαν και όλοι παραδοθήκαμε σε βαθύ ύπνο, μέχρι που ένας επίμονος ενοχλητικός θόρυβος, με ξύπνησε…
Κοίταξα ανάμεσα από τα σκεπάσματά μου, και είδα την Γεωργία, σκυμμένη πάνω από την ανοιχτή της βαλίτσα, να συσκευάζει μέσα σε πλαστικές σακούλες, παπούτσια, λερωμένα εσώρουχα και μισοφαγωμένα φαγητά, και να διπλώνει και να βολεύει τα ρούχα της…Κρατούσε το φακό του θαλάμου και ψαχούλευε ξανά και ξανά τα πράγματά της, και ο επίμονος θόρυβος προερχόταν από τις πλαστικές σακούλες που τύλιγε και ξετύλιγε, και αφού όταν επιτέλους τελείωσε με τα νυχτερινά συμμαζέματά της, τράβηξε τα φερμουάρ, κατέβασε τη βαλίτσα από το κρεβάτι και την έσπρωξε από κάτω…Σε λίγο την άκουσα να ροχαλίζει, την είχε πάρει κι εκείνη ο ύπνος…Τα ξημερώματα όμως, με ξανα-ξύπνησε επειδή ψαχούλευε επίμονα στη βαλίτσα της, βγήκε τις υπόλοιπες γκοφρέτες και τις μασούλισε, και μετά την ξανάβαλε κάτω από το κρεβάτι της και ξανακοιμήθηκε…ΚΙ ενώ το πρωί όλα τα πιτσιρίκια τρέχαμε να ετοιμαστούμε να κατεβούμε στις τραπεζαρίες για το πρωινό, η Γεωργία ήταν ακόμα μπουμπουλωμένη κάτω από τα σκεπάσματα και χουζούρευε, αντί πχ να τρέξει πρώτη να φροντίσει για τα παιδιά, να κάνει δλδ, την δουλειά για την οποία την πληρώνανε…
Εκείνο το πρωινό, η μοναδική μου έννοια ήταν να τελειώσω την τοιχογραφία…Μετά το καθιερωμένο ζεστό τσάι και το ψωμί με το κασέρι, ο Θοδωρής και κάμποσα άλλα παιδιά ήρθαν να βοηθήσουν, και το μεσημέρι φύγαμε αμέσως για φαγητό, ώστε να γυρίσουμε να βάλουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες (και να γράψω και το όνομά μου φυσικά, μιας και οι γονείς μου θα έρχονταν να μας επισκεφτούν την Κυριακή το απόγευμα, θα ήταν η τελευταία επίσκεψη πριν την τελετή λήξης της κατασκήνωσης)…
Εκεί που τρώγαμε, ήρθε και ο Γιάννης, και η Φωτεινή και ο Θοδωρής τον πήρανε και καθήσανε παράμερα…Είχε έρθει χωρίς τη Μαρία, επειδή διαφορετικά, θα ήταν μαζί του, αυτό το ήξερα κι εγώ και όλα τα παιδιά…Τότε πέρασε ένα ταξί, από τον χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στους πάνω θαλάμους, με χαμηλή ταχύτητα –έκανε τρομερή ζέστη και σήκωνε πολλή σκόνη καθώς περνούσε, και λίγο μετά ξαναπέρασε προς τα κάτω, και έφυγε…Δεν είδα ποιος καθόταν μέσα, είχα άλλες σοβαρότερες δουλειές να κοιτάξω, να τελειώσω τη ζωγραφιά, και να πάω επιτέλους στο ρέμα, όπου μαζεύαμε λουλούδια, άσπρες πρίμουλες, και φτέρες αλογοουρές, τα κάναμε μπουκέτα και τα πηγαίναμε στην Μαρία, και να παίξω με τα άλλα παιδιά…
Μέχρι το βράδυ, ευτυχώς είχαμε τελειώσει, όλα είχαν γίνει σωστά και όμορφα, και μόνον η ουρά της γοργόνας μου φαινόταν εμένα ότι έπρεπε να είναι μακρύτερη…Έγραψα και το όνομά μου αριστερά πολύ χαμηλά στην ζωγραφιά –με καφετί μπογιά, μόνον που τα πήρε η ανηφόρα τα γράμματα και το όνομα είχε βγει στραβό- ήδη όμως αισθανόμουν άβολα που έβαζα από κάτω τη τζίφρα μου, αλλά δεν θα άντεχα και την γκρίνια των δικών μου (θα έκανα τα πάντα για να αποφύγω το ψάλσιμο!)
Γύρισα στο θάλαμο, -ήμουν κουρασμένη και άυπνη και δεν ήθελα να φάω-, και βρήκα την Φωτεινή μαζί με μια άλλη ομαδάρχισσα που δεν είχα ξαναδεί, να ξεστρώνουν νευρικά τα σεντόνια από το κρεβάτι της Γεωργίας, και να στρώνουν άλλα…Πέταξαν και το μαξιλάρι της στο πάτωμα, και έφεραν άλλο στη θέση του. Η Φωτεινή ήταν ακόμα θυμωμένη και δεν μιλούσε, και αφού η καινούρια ομαδάρχισσα βόλεψε τη βαλίτσα της κάτω από το κρεβάτι, έφυγε φουρκισμένη προς το αρχηγείο, παίρνοντας μαζί της τα άπλυτα…
Κανείς δεν ρώτησε πού ήταν η Γεωργία…Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει πού πήγε, αν γύρισε στο αρχηγείο ή αν βαρέθηκε τα επιτιμητικά βλέμματα και έφυγε από την κατασκήνωση…Κανείς δεν θέλησε να μάθει πού βρισκόταν, επειδή προφανώς όλοι ήξεραν, ή επειδή κανείς δεν την συμπαθούσε αρκετά ώστε να τη νοιαστεί και να τη γυρέψει…Κάποιο παιδί μου είπε κι εμένα -την επόμενη νομίζω-, ότι είχε φύγει με ταξί, το ίδιο ταξί που είχαμε δει να ανεβαίνει το σκονισμένο χωμάτινο δρόμο…
Και η ύπαρξή της πέρασε στη λήθη της μνήμης μου, και για πολλά -πολλά χρόνια, το μόνο που είχε αξία σε σχέση με αυτήν, ήταν η τεράστια νυχτοπεταλούδα που είχα την τύχη να συναντήσω τη νύχτα εκείνη που αποφάσισε οτι ο ύπνος της ήταν πιο σημαντικός από το να συνοδέψει 2 μικρά παιδιά στις τουαλέττες της κατασκήνωσης!
Καλά θα ήταν, η στριφνή εκδικητική της φάτσα, να έμενε για πάντα, ξεχασμένη σε μια μακρινή ανάμνηση της κατασκήνωσης των παιδικών μου χρόνων…Τότε θα ανάτρεχα σε κείνη, όπως ανατρέχουμε στις κακές αιμοβόρες μάγισσες των παραμυθιών, αλλά δυστυχώς η ζωή την έφερε ξανά στο δρόμο μου, μόνον που αντί να έχει βελτιωθεί ως άτομο, παραμένει η ίδια και χειρότερη, μια μοχθηρή Άρπυια που προσπαθεί με κάθε τρόπο καταστρέψει την ευτυχία των ανθρώπων γύρω της, για να ικανοποιήσει τον αρρωστημένο εγωκεντρισμό της…
Ας είναι, εγώ δεν έχασα, αντίθετα κέρδισα από αυτή την εμπειρία, που εξυπακούεται ότι είναι 100% αληθινή…
Από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, η Μαρία είναι νηπιαγωγός στο Βόλο, αλλά ο Θοδωρής ζει μόνιμα στη Ζαγορά, η Φωτεινή είναι παντρεμένη και με 2 παιδάκια, στη Θεσσαλονίκη, και τον Γιάννη τον ξανασυνάντησα σε παρέα κοινών γνωστών, το Σεπτέμβριο του ’13…Είναι μικρή πόλη ο Βόλος…




Δεν υπάρχουν σχόλια: